Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη

Συμμετοχή των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη στον διαγωνισμό Κύπρος: 1974-2015 Δεν ξεχνώ, διεκδικώ, δημιουργώ...

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Δοκίμιο

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΓΛΩΣΣΑ



Εισαγωγή

Η κυπριακή γλώσσα, που στην πραγματικότητα αποτελεί διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, είναι η κοινή ομιλούμενη γλώσσα των περισσότερων κατοίκων της ελληνικής Κύπρου, των Ελληνοκυπρίων ανά τον κόσμο, αλλά και ηλικιωμένων της τουρκικής Κύπρου, η οποία δεν χρησιμοποιείται ως επίσημος γραπτός λόγος.  Η κυπριακή διάλεκτος είναι στη σημερινή εποχή η μεγαλύτερη ελληνική διάλεκτος, ακολουθούμενη από τα Ποντιακά και τα Κρητικά. Σε αυτό το δοκίμιο αναπτύσσονται η προέλευση της κυπριακής διαλέκτου, η σχέση της με την ελληνική γλώσσα, καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Επιπλέον, τονίζονται οι επιρροές που δέχθηκε κατά τη διάρκεια των περιόδων που η Κύπρος βρισκόταν κατακτημένη, όπως και ο λεξιλογικός πλούτος της, που ήταν ουσιαστικά το αποτέλεσμα της επαφής με πολλούς και διαφορετικούς πολιτισμούς. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά προσδίδουν στη διάλεκτο μια διαφορετικότητα και αναδεικνύουν την δύναμη του κυπριακού λαού να διατηρεί αναλλοίωτη την αυθεντικότητα του πολιτισμού του και να ενσωματώνει σε αυτόν νέα, ξενόφερτα πολιτιστικά στοιχεία, ως ιστορικά λάφυρα που κέρδισε από τους κατακτητές του.

 

Προέλευση της κυπριακής διαλέκτου

Από τη 2η χιλιετία π.Χ. χρησιμοποιείται στην Κύπρο η ελληνική γλώσσα, όπως μαρτυρούν κείμενα του Ηροδότου και του Παυσανία, τα οποία συνδέουν την προέλευση της κυπριακής γλώσσας με τους πρώτους Έλληνες κατοίκους του νησιού, που κατάγονταν από τη μυκηναϊκή Πελοπόννησο και εκφράζονταν μέσω της αρκαδικής  διαλέκτου. Η κυπριακή και η αρκαδική διάλεκτος παρουσιάζουν αρκετά κοινά γλωσσικά στοιχεία, όμως η κυπριακή έχει φωνολογικά, φθογγολογικά, γραμματικά και συντακτικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Στοιχεία για τα χαρακτηριστικά της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου, κατάλοιπα της οποίας εντοπίζονται στους ομιλητές της κυπριακής μέχρι και σήμερα, μπορούμε να αντλήσουμε μόνο από επιγραφές. Η ομοιότητες της κυπριακής διαλέκτου με την αρκαδική φαίνονται από: α) την κλειστότερη προφορά των άτονων βραχέων φωνηέντων α και ο, που τα μετατρέπει σε ι και υ, β) την κατάληξη ονομάτων σε- ης αντί- ευς και γ) την απόδοση των ιαπετικών φθόγγων, στην Μαντίνεια της Αρκαδίας και την Κύπρο, με ιδιαίτερο γράμμα, που αντιστοιχεί περισσότερο με σ (τις και τι σε σις και σι, αντίστοιχα). Η διαφοροποίηση της κυπριακής από την αρκαδική διάλεκτο πραγματοποιήθηκε σταδιακά μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού κόσμου, λόγω διακοπής της επικοινωνίας της με αυτόν.

Κατά τα Ελληνιστικά χρόνια καθιερώθηκε ως γλώσσα η αλεξανδρινή κοινή σε όλες τις περιοχές που κατοικούσαν Έλληνες, χωρίς διαλεκτικές ιδιομορφίες, για αυτό και ονομάστηκε «κοινή». Στην Κύπρος, όμως, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της απόστασής της από τον ελληνικό κορμό, δημιουργήθηκαν ορισμένες διαλεκτικές διαφορές, κάτι το οποίο υφίσταται σε κάθε γλώσσα και κάθε περιοχή.

 

Διαμόρφωση της κυπριακής διαλέκτου

Στη διαμόρφωση της κυπριακής διαλέκτου συνέβαλαν οι ιδιοτυπίες της αρχαίας κυπριακής, η επίδραση της ελληνιστικής κοινής και της βυζαντινής, η πρόωρη αποκοπή της Κύπρου από το βυζαντινό κορμό (1191 μ.Χ.) και η έκτοτε γεωγραφική και πολιτική απομόνωση της έναντι του υπόλοιπου ελληνισμού, αλλά και οι επιδράσεις που υπέστη κατά το Μεσαίωνα, κυρίως από τους Φράγκους, επί Τουρκοκρατίας και Αγγλοκρατίας.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη Βυζαντινή περίοδο, η κυπριακή διάλεκτος οριστικοποίησε ισχυρά την υφή και τη μορφή της, με αποτέλεσμα μεταγενέστερες επιδράσεις των κατακτητών της Δύσης και των Τούρκων να μην μπορέσουν να την επηρεάσουν πέρα από το φλοιό της. Αυτό οφείλεται, βέβαια, και στη συντηρητικότητα της πνευματικής ζωής των Κυπρίων χάρη στην οποία ο κυπριακός ελληνισμός επιβίωσε.

Η περίοδος των αραβικών επιδρομών (700 – 964 μ.Χ.) δημιούργησε για πρώτη φορά συνθήκες απομόνωσης του νησιού από το διοικητικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες επέτρεψαν την ανάπτυξη βασικών χαρακτηριστικών της κυπριακής διαλέκτου. Η πρώτη επίσημη χρήση της κυπριακής διαλέκτου ανάγεται στα Βυζαντινά χρόνια (7ος αι. μ.Χ.) στο έργο «Βίος του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», ενώ η αμέσως επόμενη παρατηρείται τον 12ο αιώνα μ.Χ. από τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο (1134-1219 μ.Χ.).

Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας, τον 13ο αιώνα, η κυπριακή διάλεκτος γίνεται φανερή σε ένα νομικό κείμενο, τις Ασίζες, το οποίο ήταν μετάφραση μέρους του γαλλικού κειμένου των Ασιζών του βασιλείου των Ιεροσολύμων και της Κύπρου και αποτελούσε το αστικό δίκαιο του νησιού. Λόγω και της επίσημης γαλλικής γλώσσας απαντούμε πολλές κυπριακές λέξεις που έχουν γαλλική προέλευση. Το χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά «Εξήγησιν της γλυκείας χώρας Κύπρου», η οποία λέγεται Κρόνακα (15ος αι. μ.Χ.) είναι γραμμένο στην ήδη διαμορφωμένη κυπριακή διάλεκτο της εποχής του και αποτελεί το πρώτο χρονικό στην ελληνική γλώσσα στην Κύπρο. Η πραγματική κυπριακή διάλεκτος διαφαίνεται για πρώτη φορά στα δημοτικά τραγούδια (Το Τραούιν του Διγενή, Η Αροδαφνούσα, Ο Πραματευτής, κτλ), τα οποία υπολογίζεται ότι αποκρυσταλλώθηκαν από τα μέσα της Βυζαντινής περιόδου μέχρι τα τέλη της Βενετοκρατίας (1570 μ.Χ.)

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1570 – 1878 μ.Χ.) δεν υπήρξε αξιόλογο διαλεκτικό έργο, καθώς οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν εκτεταμένα τη λόγια ελληνική με ελάχιστες κυπριακές λέξεις. Μερικά κείμενα της εποχής εκείνης είναι: Ο Θρήνος για την άλωση της  Κύπρου από τους Τούρκους, το Άσμα των δραγομάνων Μαρκουλή και Γεωργή κτλ. Από τη νεότερη γραμματολογία, τα δημοτικά τραγούδια και τα μακροσκελή τραγούδια των ποιητάρηδων, είναι γραμμένα κυρίως σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και στην ομιλούμενη κυπριακή διάλεκτο. Τέλος, η ισχυρή πολιτιστική επιρροή της αγγλικής γλώσσας κατά την Αγγλοκρατία (1878 – 1959 μ.Χ.)  είναι εμφανής και συνεχής στην Κυπριακή διάλεκτο.

 

Βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής διαλέκτου

α) Φωνολογικά χαρακτηριστικά

Διατήρηση της προφοράς των διπλών συμφώνων (εκτός από το -ρρ-), αλλά και υστερογενής διπλασιασμός απλών συμφώνων, συνήθως σε ενδοφωνηεντική θέση και στο ληκτικό τέρμα -ννω των ρημάτων (λ.χ. άλ-λος) ή μεταξύ λέξεων (λ.χ. απ-πέξω).

Διατήρηση του τελικού –ν των ονομάτων και των ρημάτων της μεσαιωνικής Ελληνικής (λ.χ. χαρτίν, τραπέζιν, βουνόν), αλλά και ανάπτυξή του σε άλλες θέσεις, χωρίς ιστορική βάση (λ.χ. πρόγραμ-μαν).

Αφομοίωση του έρρινου με τους άηχους κλειστούς φθόγγους, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό νέων διπλών συμφώνων (λ.χ. αθ-θός < ανθός). Το φαινόμενο λειτουργεί επίσης μεταξύ λέξεων (λ.χ. εθ θέλω «δεν θέλω») και μαρτυρείται ήδη από τον μεσαίωνα.

Σίγηση των ενδοφωνηεντικών β, γ, δ (ηχηρών διαρκών) και κατόπιν συχνή συγχώνευση των φωνηέντων ή έκκρουση του ασθενεστέρου (λ.χ. φοούμαι «φοβούμαι»).

Εκτεταμένη ουράνωση και δασύς τσιτακισμός του κ σε κ̌ (λ.χ. κ̌εφαλή «κεφαλή»).

Προφορά των αήχων κλειστών κ, π, τ συνοδευόμενων από δασύ πνεύμα (περίπου όπως τα ανακεκαμμένα αρχικά σύμφωνα στα αγγλικά take, tall, λ.χ. κόκκ'αλον, ποτ'έ).

β) Μορφοσυντακτικά  χαρακτηριστικά

Διατήρηση των ληκτικών επιθημάτων -ουσιν και -ασιν στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα και μέλλοντα και του αορίστου. Πρόκειται για αξιοσημείωτο αρχαϊσμό της διαλέκτου (λ.χ. κλώθουσιν). Ωστόσο, και τα επιθήματα -ουν και -αν της Νεοελληνικής Κοινής επιδίδουν με αυξανόμενο ρυθμό.

Εκτεταμένη παρουσία του ρηματικού παραγωγικού επιθήματος -ίσκω, είτε επειδή διατηρήθηκε από παλαιότερη φάση της γλώσσας είτε από κατ’ αναλογία σχηματισμό με βάση το αοριστικό θέμα. (λ.χ. φαν-ίσκω «υφαίνω»).

Διατήρηση αξιοσημείωτων αρχαϊσμών στον παρατατικό των πρώην συνηρημένων ρημάτων (λ.χ. θωρώ: εθώρουν, εθώρες, εθώρεν…) και παραμονή του τόνου στην προπαραλήγουσα στη μέση φωνή των προπαροξύτονων ρημάτων (λ.χ. ξαίρουμαι: εξαίρουμουν, εξαίρεσουν, εξαίρετουν…).

Επίταξη του εγκλιτικού μετά το ρήμα, όπως συμβαίνει και με άλλα νησιωτικά ιδιώματα (λ.χ. έδοξέν μου «μου φάνηκε»).

Χρήση του άρθρου τα ως αναφορικής αντωνυμίας με σημασία «αυτά που, τα οποία» (λ.χ. τα γρικώ στ’ αφθιά μου, θαρρώ ζυγώνουσί με «αυτά που ακούω στα αφτιά μου, θαρρώ πως με ζυγώνουν»).

Χρήση της εμφατικής άρνησης ’εν τžαι (< δεν και) αντί του απλού δεν (λ.χ. ’εν τžαι δίνει μου, ’εν τžαι είδα τον).

γ)  Λεξιλογικά χαρακτηριστικά

Οι λέξεις της κυπριακής διαλέκτου μπορούν να διαχωριστούν σε:

∙          Λέξεις της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου

∙          Λέξεις της κλασσικής εποχής και του Ομήρου, όπως το αλακάτιν «μαγγανοπήγαδο» (< ομηρική ηλακάτη ή λεκάτη ή αλεκάτη)

∙          Λέξεις της κοινής ελληνιστικής (Ευαγγέλια, Καινή Διαθήκη, Εκκλησία)

∙          Βυζαντινές και λατινικές

∙          Γαλλικές (φράγκικες, αρχαιογαλλικές και προβηγκιακές) και ιταλικές (βενετικές), όπως τσαέρα «καρέκλα» (< προβηγκ. chaira) και  βαντζάρω «προχωρώ» (< avanzare)    

∙          Αραβικές (από επιδρομές και εποικισμούς)

∙          Τουρκικές, όπως κκουσ̌μάς «κουβέντα» (< konuşma)

∙          Αγγλικές, όπως σέντερ «αποστολέας» (< sender)

 

δ) Ιδιώματα

Αν και υπάρχουν συνολικά 18 ιδιώματα της Κυπριακής διαλέκτου, τα επικρατέστερα σήμερα είναι αυτά της Πάφου, της Λεμεσού, των Κοκκινοχωριών και της Λευκωσίας, με μικρές διαφορές μεταξύ τους. Μερικά από τα χαρακτηριστικά των 18 αυτών ιδιωμάτων είναι τα ακόλουθα:

 

1.      Ιδίωμα της Καρπασίας:

∙          Υποκοριστικές καταλήξεις όπως κοπελλούρα, κοπελλούριν

∙          Παράταση συμφώνων, όπως αλουπός -αλουππός, φακή -φατσ΄η

2.      Ιδίωμα της Μεσαορίας:

∙          Τροπή του παρατεταμένου θθ σε ττ, όπως αττυμούμαι, ετ τέλω

∙          Ρηματικοί τύποι σε -ούνταν και -ούντασιν, όπως ερκούνταν, ερκούντασιν

3.      Ιδίωμα της Δυτικής Μεσαορίας:

∙          Τροπή του συμλέγματος πκι σε φκι, όπως φκάννων, φκιάτον

∙          Τροπή σε μερικά του ττ σε θθ όπως, καλλύθθερα

4.      Ιδίωμα της Κερύνειας:

∙          Ανάπτυξη γ' στην αρχή μερικών λέξεων, που αρχίζουν από φωνήεν, όπως ωμός – γωμός

∙          Ανάπτυξη ε κατόπιν τελικού ν εγκλινομένης τριτοπροσώπου προσωπικής αντωνυμίας, όπως φερ' τονε, καλώς τηνε

5.      Ιδίωμα των Κοκκινοχωριών:

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, πκκιάννω - κιάννω, χωράφκια –χωράκια

∙          Αποβολή σ από ρηματικούς τύπους, όπως επότια, να ποτίουμεν

6.      Ιδίωμα Παραλιμνίου:

∙          Τροπή των συμπλεγμάτων ξ και ψ σε τσ, όπως ξέρω - τσέρω, ύψος – ύτσος

∙          Αντωνυμικοί τύποι εγιώνις, εσούνις

7.      Ιδίωμα της Λάρνακας:

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, κομμάκια

∙          Τροπή του συμπλέγματος μνι σε βνι, όπως καλάμνια -καλάβνια

8.      Ιδίωμα της Πιτσιλιάς:

∙          Διατήρηση προστριβόμενων συμφώνων, όπως πόδιν, κοπελλούδιν, εβδομάδα

∙          Τροπή του τι σε δγι όπως κομμάδγια, κουδγιά

9.      Ιδίωμα Ορεινής:

∙          Αηχοποίηση ηχηρού στοιχείου σε συμφωνικό σύμπλεγμα, όπως πόδκια - πόθκια, χωριόν -χωρκόν, κώβκω -κόφκω, εβδομάδα – εφταμάδα

∙          Ανάπτυξη προθεματικού ι και σε συνεκφορές ονομάτων, όπως εφόρησες ιστενά, έσ' εις ισποράν, εσ΄ει τζι' ι εμάς ιστρούθους

10.  Ιδίωμα Λεμεσού:

∙          Αποβολή του προστριβούς β και σποραδική εμφάνιση γ στη θέση του, όπως κουβαλώ - κουαλώ, βολίτζιν -γολίτζιν, βουνάριν – γουνάριν

∙          Σποραδικοί ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, κομμάκια

11.  Ιδίωμα Επισκοπής:

∙          Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως δαμάλιν - γαμάλιν, δέρνω - γέρνω, θέλω – χέλω

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόδκια -πότκια, καλάθτια - καλάτια

12.  Ιδίωμα Κρασοχωριών:

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, πκκιάνω

∙          Ανάπτυξη ε σε συνεκφορές ρημάτων, όπως εν εφτάννω να τον εστρέψω

13.  Ιδίωμα Μαραθάσας:

∙          Διατήρηση των προστριβόμενων συμφώνων, όπως πόδιν, κοπελλούδιν

∙          Απολαβή του προστριβούς β και σποραδική εμφάνιση γ στη θέση του, όπως κουαλώ, βολίτζιν - γολίτζιν, βουνάριν - γουνάριν

14.  Ιδίωμα της Σολιάς:

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιιζήσεως όπως βκιάννω, φκιάννω, χωράφτκια

∙          Τροπή σε μερικές περιπτώσεις του ττ σε θθ, όπως καλλύθθερα

15.  Ιδίωμα Τηλλυρίας:

∙          Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως θέλω - χέλω, δέρνω – γέρνω

∙          Παθήσεις στα συμφωνικά συμπλέγματα σφ και ζβ, όπως σφυρώ - φσυρώ, σβήννω - βζήννω - ζήννω

16.  Ιδίωμα Βορειοδυτικής Πάφου:

∙          Εμφάνιση ασθενούς χ σε ρηματικούς κυρίως τύπους στη θέση παλαιότερου σ, όπως επότιχα, να ππέχωμεν να πνάχωμεν

∙          Ανάπτυξη ι σε συνιζήσεις, όπως κριάς - κρικάς, Χολέτρια - Χολέτρικα

17.  Ιδίωμα Νοτίου Πάφου:

∙          Συνηθέστερη τροπή φθόγγων θ και χ σε φ, όπως ρουφούνια, φωράφκια

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πκκιάννω - κκιάννω, πκοιός - κκοιός - πιάτο - κκιάτο

18.  Ιδίωμα Κεντρικής Πάφου:

∙          Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόδτια, καλάθτια, λουβτιά, χουράφτια

∙          Εμφάνιση ασθενούς χ σε ρηματικούς κυρίως τύπους στη θέση παλαιότερου σ, όπως επότιχα, να ππέχωμεν να πνάχωμεν, μέσα - μέχα, κάμποσα -κάμποχα, γεια σας - γεια χας

 

Συμπεράσματα

     

Η μοναδικότητα της κυπριακής διαλέκτου έτσι όπως έχει διαμορφωθεί αντανακλά τη δύναμη του κυπριακού λαού να προσαρμόζεται σε δύσκολες καταστάσεις και να αντεπεξέρχεται κάθε δυσκολία. Είναι φανερό ότι η κυπριακή διάλεκτος με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και τις λεξιλογικές της ιδιομορφίες αναδεικνύει την αλληλεπίδραση της με διάφορους πολιτισμούς κατακτητών της Μεγαλονήσου στο πέρασμα των αιώνων. Ωστόσο, η κυπριακή διάλεκτος έχει καταφέρει να διατηρήσει την ταυτότητά της και να παραμείνει βαθύτατα ελληνική, όπως άλλωστε και η ίδια η Κύπρος.


                                                                                               Κούρτη Αρετή
 
 
Βιβλιογραφία

1.      Yves Duhoux, Introduction aux Dialectes Grecs Anciens, Cabay, Lounain-la-Neuve 1983

2.      Beaudouin, M. 1884: Étude du dialecte chypriote moderne et medieval

  1. Horrocks, G. 1997: Greek: A History of the Language and its Speakers (London), ελλ. μτφ. υπό Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου (Αθήνα 2006)
  2. Συμεών Τσολακίδης. Η κυπριακή διάλεκτος: Πρώτες μαρτυρίες και χαρακτηριστικά. ΘΕΜΑΤΑ Περιοδικό σύγχρονου κοινωνικού προβληματισμού. 2012; 11-12: 22-31

5.      Γιαγκουλλής, Κ. 1997: Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός τής κυπριακής διαλέκτου (Λευκωσία)

6.      Μηνάς, Κ. 1987: «Αφομοίωση του ερρίνου με τους άηχους κλειστούς φθόγγους στην ελληνική γλώσσα» ― Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Κυπριολογικού Συνεδρίου, τόμ. 3, σελ. 253-283 (Λευκωσία)

7.      Μηνάς, Κ. 2000: «Φωνητικά και ετυμολογικά τής Κυπριακής διαλέκτου» ― Νεοελληνική Διαλεκτολογία 3, σελ. 151-188

8.      Χατζηιωάννου, Κ. 1996: Ετυμολογικό Λεξικό τής Ομιλουμένης Κυπριακής Διαλέκτου (Λευκωσία)

9.      Χατζηιωάννου, Κ. 1999: Γραμματική τής Ομιλουμένης Κυπριακής Διαλέκτου (Λευκωσία)

Δοκίμιο

Ιστορία της Κύπρου

Η Κύπρος, ένα μικρό νησί στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου έχει μία ιστορία μακραίωνη και αντιστρόφως ανάλογης σπουδαιότητας με την έκτασή της. Κατοικήθηκε σύμφωνα με ανασκαφές το 10.000 π.Χ.. Το νησί είχε πλούσια κοιτάσματα χαλκού και η εκμετάλλευσή τους οδήγησε στην οικονομική άνθιση της Κύπρου το 2000 π.Χ.. Γύρω στο 1500 π.Χ. φτάνουν στο νησί Μυκηναίοι και λίγο αργότερα Αχαιοί οι οποίοι δημιούργησαν τις πόλεις της Πάφου και της Σαλαμίνας.

Η σπουδαία γεωγραφική θέση του νησιού και το πλούσιο έδαφος και υπέδαφός του στάθηκαν αφορμή για να κατακτηθεί διαδοχικά από Ασσύριους Αιγύπτιους και Πέρσες κατά τα κλασσικά χρόνια. Ωστόσο το νησί δεν έχασε ποτέ την ελληνική του ταυτότητα, την οποία τόνισε ιδιαίτερα ο βασιλιάς Ευαγόρας (411-374 π.Χ.) καθιστώντας την Κύπρο σπουδαίο κέντρο του ελληνικού κόσμου. Μάλιστα το νησί έγινε μέρος της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Κατά το πέρασμα των αιώνων η Κύπρος αποτέλεσε διαδοχικά μέρος της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής ιστορίας. Μετά τον 7ο  αιώνα μ.Χ. και για 300 περίπου χρόνια υφίσταται συνεχείς επιθέσεις Αράβων. Το νησί καταλαμβάνεται από τον βασιλιά της Αγγλίας, Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, το 1191. Αυτός, ένα χρόνο αργότερα, το πουλάει στους Ναϊτες Ιππότες, οι οποίοι το μεταπωλούν στον εκθρονισμένο βασιλιά της Ιερουσαλήμ,  Γκυ Ντε Λουζινιάν. Ξεκίνησε με αυτόν η εποχή της Φραγκοκρατίας που διήρκησε περίπου 3 αιώνες και κατά την οποία η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, που θεμελιώθηκε από τον Απόστολο Παύλο, αντικαταστάθηκε από την Καθολική.

Μετά από περίπου έναν αιώνα Ενετικής κατοχής το 1570 οι Οθωμανοί Τούρκοι επιτίθενται στην Κύπρο, καταλαμβάνουν την Λευκωσία και σφαγιάζουν τον πληθυσμό της. Μάλιστα για έναν χρόνο πολιορκούν την Αμμόχωστο, μία από τις πιο πλούσιες πόλεις της Εγγύς Ανατολής. Οι Οθωμανοί παραχώρησαν προνόμια στον λαό της Κύπρου, ένα από τα οποία ήταν και η ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Ωστόσο από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας σημειώνονται στο νησί εξεγέρσεις.

Το νησί δεν ενεπλάκη ενεργά στην Ελληνική επανάσταση, ωστόσο, πολλοί Κύπριοι πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας διαμορφώθηκε Τούρκικη κοινότητα στο νησί. Οι Ελληνοκύπριοι κυριαρχούν, όμως, πληθυσμιακά σε ποσοστό 80%. Οι δύο κοινότητες έχουν διαφορετική θρησκεία, γλώσσα και δίκιο.

Τελικά, το 1878 το νησί παραχωρείται στην Αγγλία από τους Τούρκους ως αντάλλαγμα της αμυντικής βοήθειας που θα προσφέρουν οι Άγγλοι σε αυτούς. Η Κύπρος είναι πολύτιμη για τους Άγγλους στα τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό συμβαίνει λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αφού βρίσκεται κοντά στην διώρυγα του Σουέζ και την πετρελαιοφόρα περιοχή της Μέσης Ανατολής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας οι Έλληνες της Κύπρου σθεναρά ζητούσαν την ένωσή της με την Ελλάδα. Το αίτημα απορρίφθηκε οριστικά μετά τη συνθήκη της Λοζάνης το 1923.

Το 1950 οι Ελληνοκύπριοι με ένα συντριπτικό ποσοστό, μετά από δημοψήφισμα, αποφασίζουν την ένωση με την Ελλάδα. Το αίτημά τους όμως απορρίφθηκε. Το 1955 ξεκινά  απελευθερωτικός αγώνας στην Κύπρο τον οποίο ανέλαβε η Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών). Ηγέτες της ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος και ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής. Οι αντιδράσεις των Άγγλων ήταν βίαιες, όπως και των Τουρκοκύπριων, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν την ένωση με την Ελλάδα και τελικά συντάχθηκαν με τους Άγγλους. Έτσι η Τουρκία επικαλούμενη την προστασία των Τουρκοκύπριων κατέστη ισότιμος συνομιλητής του προβλήματος επιδιώκοντας να αποτρέψει την επέκταση της ελληνικής επικράτειας στα νότια θαλάσσια σύνορά της.

Τελικά, οι Βρετανοί συναίνεσαν στην δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους και τον Φεβρουάριο του 1959 υπογράφηκε συνθήκη Ζυρίχης – Λονδίνου  ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία – Αγγλία και ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού και ιδρύεται η κυπριακή δημοκρατία. Όμως τόσο η ελληνική, όσο και η τουρκική κοινότητα του νησιού επεδίωκαν οι πρώτοι την ένωση με την Ελλά δα και οι δεύτεροι την οριστική διχοτόμηση του νησιού. Πρώτος πρόεδρος του νησιού εξελέγη ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος.

Οι διαφωνίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες σε θέματα οικονομίας, δημόσιας διοίκηση, στελέχωσης του στρατού ήταν αρκετές και οδήγησαν σε ταραχές και ένοπλες συγκρούσεις. Μετά την κλιμάκωση αυτή ανάμεσα στις δύο κοινότητες το 1963 – 1964 επικράτησε σχετική ηρεμία. Τον Ιούλιο του 1974 οργανώθηκε από τον Έλληνα δικτάτορα Ιωαννίδη πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου ο οποίος φυγαδεύτηκε από τους Άγγλους στο εξωτερικό. Λίγες μέρες αργότερα στις 20 Ιουλίου του 1974 γίνεται το πρώτο μέρος της τουρκικής εισβολής στο νησί με αποτέλεσμα χιλιάδων νεκρών και αγνοουμένων και πάνω από 180.000 ελληνοκύπριων προσφύγων.

Η διαίρεση του νησιού διατηρείται ακόμη και σήμερα. Η Τουρκία διατηρεί στο νησί πάνω από 40.000 στρατιώτες και ενθαρρύνει την παράνομη εγκατάσταση εποίκων στο νησί. Σήμερα η Κύπρος είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο το βόρειο τμήμα της εξαιρείται της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και το κυπριακό πρόβλημα παραμένει εμπόδιο για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.   

 

                                                                                            Ζαχόπουλος Φίλιππος



 

 

Διήγημα

 
   20 Ιουλίου 1974
 

   Μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος…. Ξαφνικά οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Κύπρο, στην Κερύνεια,  παραβιάζοντας τα προκαθορισμένα μέτρα. Ως πρόσχημα έχουν  το πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε εναντίον της νόμιμης Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας πέντε μέρες πριν, στις 15 Ιουλίου, από την ελληνική  στρατιωτική χούντα και τους Ελληνοκύπριους υποστηρικτές της. Ένα ραδιόφωνο στη διαπασών ανακοινώνει: «Κύριοι, βρισκόμαστε σε πόλεμο με την Τουρκία» ενώ έπαιζε εμβατήρια. Τα πολεμικά τους αεροσκάφη βομβαρδίζουν τον  αέρα της Κερύνειας. Οι Τούρκοι καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των Κύπριων, κρατούν αιχμαλώτους και σκοτώνουν άφοβα τους συμπατριώτες μου.

  Το κλίμα που επικρατεί είναι ζοφερό και μαυρίζει τις ψυχές όλων. Παρακολουθώ τον κόσμο απεγνωσμένο να τρέχει για να ξεφύγει από τους πυροβολισμούς και τους βομβαρδισμούς με τον φόβο να αντικατοπτρίζεται στα γεμάτα απόγνωση  μάτια του. Μικρά παιδιά κλαίνε βλέποντας  το μακάβριο θέαμα αγκαλιάζοντας τις μητέρες τους, όλοι φεύγουν να κρυφτούν για να προστατευθούν. Κάποιες κοπέλες χαιρετούν τους στρατιώτες και λένε τα τελευταία «αντίο» με την ελπίδα να ξανασυναντηθούν όταν τερματιστεί ο αβάσταχτος πόλεμος που μαστίζει την κυπριακή κοινωνία.

    Ο κόσμος  με προσπερνάει τρέχοντας για να διαφύγει. Μόνο εγώ παραμένω ασάλευτη, σαν να με τραβάει μια κρυφή δύναμη, σα να  θέλω να σκοτωθώ από τους απόκοσμους πυροβολισμούς που ρύπαιναν τον αέρα της Κερύνειας. Νιώθω τα καυτά δάκρυά μου να κυλάνε ασταμάτητα. Ακούω την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά ηχώντας στα αυτιά μου και τα χέρια μου έχουν μουδιάσει. Η δεκαπεντάχρονη ύπαρξή μου τρέμει ολόκληρη. Δεν βγαίνει από το μυαλό μου η εικόνα.

  «Όχι! Δεν έγινε… Ποτέ δεν το είδα… Είναι όλα ένας εφιάλτης  που θα τελειώσει…» ακούω τον εαυτό μου να παραληρεί.

   Αλλά το είδα μπροστά μου μόλις το προηγούμενο λεπτό. Το ξέρω ότι ήταν αλήθεια… Η ίδια σκηνή διαδραματίζεται επαναλαμβανόμενα στο μυαλό μου:

 Βλέπω τον πατέρα μου, τον Αλέξανδρο Νικολάου, να μου φωνάζει «αντίο», καθώς έτρεχε στην μάχη για να υπηρετήσει την πατρίδα. Είχε φτάσει  η στιγμή να με αποχαιρετήσει δίνοντας την υπόσχεση ότι θα γυρίσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τον παρακολουθούσα από μακριά θαυμάζοντας την ψηλή γεροδεμένη κορμοστασιά του και τη γενναιότητα που τον χαρακτήριζε στα τριάντα οχτώ του χρόνια. Ήταν θαρραλέος, τολμηρός και αποφασισμένος να ακολουθήσει τον δεκαοχτάχρονο γιο του και αγαπητό μου αδερφό Κωνσταντίνο στην στρατολόγηση.

Την ίδια στιγμή ήταν ακριβώς εκεί, λίγα μέτρα πιο μακριά μου, ένας νεαρός Τούρκος στρατιώτης, που καθώς έτρεχε,  η σφαίρα ενός Κύπριου τον πέτυχε στο πόδι. Ο στρατιώτης διπλωμένος από τον πόνο έπεσε στο έδαφος αγκομαχώντας.

   Καθώς ο μπαμπάς μου κατευθυνόταν προς το μέρος που ήταν συγκεντρωμένοι οι υπόλοιποι Κύπριοι, σταμάτησε ξαφνικά μπροστά από τον τραυματισμένο Τούρκο. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο τραυματίας άνηκε στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο πατέρας μου αψηφώντας την καταγωγή του στρατιώτη, γονάτισε να τον βοηθήσει. Ο Τούρκος αμέσως του έδειξε το πόδι του, βουτηγμένο στο αίμα. Την στιγμή που ο πατέρας μου προσπάθησε να τον σηκώσει, ένας Τούρκος στρατιώτης βλέποντας τον τραυματισμένο συμπατριώτη του θεώρησε πως  ο πατέρας μου ευθύνονταν για τον τραυματισμό του  σήκωσε το τουφέκι του και τον πυροβόλησε.

«Μπαμπά!!» φωνάζω με όλη μου τη δύναμη αλλά η φωνή μου καλύφθηκε από τον ήχο των πυροβολισμών.

     Μα όλα γίνανε τόσο γρήγορα… Ο Τούρκος στρατιώτης επηρεασμένος από το δολοφονικό κλίμα του πολέμου και με μυαλό θολωμένο, με αποφασισμένο χέρι τράβηξε την σκανδάλη. Ο πιο εκκωφαντικός πυροβολισμός που έχει ποτέ ακουστεί, τόσο δυνατός όσο και θανατηφόρος. Ο περήφανος πατέρας μου τώρα κειτόταν πια ανέκφραστος με το αίμα να τρέχει χωρίς σταματημό από το αριστερό του πλευρό δημιουργώντας ρυάκι στο ξερό χώμα. Ο πατέρας μου πυροβολήθηκε πριν από λίγα λεπτά  μπροστά στα μάτια μου…

   Τώρα το κεφάλι μου γυρίζει και το μίσος που τρέφω για τον πόλεμο μεγαλώνει κάθε δευτερόλεπτο. Η εικόνα του νεκρού μου πατέρα εμφανίζεται συνέχεια μπροστά μου, ακόμη και όταν σφαλίζω τα μάτια μου για να την ξεχάσω, και η σκηνή επαναλαμβάνεται διαρκώς με τον απόκοσμο πυροβολισμό και την κατάρρευσή του…

  «Τον σκότωσες! Εσύ φταις!» τσίριζα προς το σημείο που ήταν προ λίγου ο στρατιώτης. Νιώθω να χάνω τα λογικά μου και τα δάκρυά μου να βρέχουν το πρόσωπό μου.

   Ξαφνικά έρχεται μια ομάδα Κύπριων στρατιωτών και οδηγεί γρήγορα εμένα και τον υπόλοιπο κόσμο που ήταν έξω, στην ασφάλεια ενός κτηρίου λίγο μέτρα πιο κάτω. Μας απαγορεύουν να βγούμε μέχρι να μας επιβεβαιώσουν οι ίδιοι ότι έξω είναι ασφαλή.

  Ανάμεσα στο πολύ κόσμο έρχεται κοντά μου μια νεαρή κοπέλα γύρω στα είκοσι με μάτια γεμάτα στοργή και αγάπη, όμως με χέρια τρεμάμενα από τον φόβο του πολέμου.

    «Είσαι καλά;» με ρωτάει με ενδιαφέρον.

    «Πρέπει να γυρίσω πίσω» καταφέρνω να ψελλίσω.

    «Μην πας! Θα σκοτωθείς!» μου λέει έντρομη.

    «Μα πυροβόλησαν τον μπαμπά μου!»

    «Αν βγεις, κινδυνεύεις να σε πυροβολήσουν και σένα. Εξάλλου μας απαγόρευσαν να βγούμε έξω! »μου λέει προσπαθώντας με πείσει ότι τα λεγόμενά μου ήταν παράλογα.

    «Εντάξει…» της απαντάω νιώθοντας πλέον ανήμπορη.

    «Με λένε Ελπίδα.»

    «Ζωή» της συστήθηκα.

    Με ρωτάει τι είδα και είμαι τόσο αναστατωμένη. Όση ώρα της διηγούμαι την ιστορία με παρακολουθεί προσεκτικά με το συμπονετικό της βλέμμα.

    «Λυπάμαι πολύ για αυτό που σου συνέβη  αλλά  είμαι  εδώ και θα σε βοηθήσω όσο μπορώ…»

    «Ευχαριστώ.»λέω συνειδητοποιώντας πως είμαι πλέον μόνη μου.

    «Λένε πως πρέπει να φύγουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από δω για να μην διωχτούμε με τη βία.».

  «Δεν έχω πουθενά να μείνω εκτός Κερύνειας.» συμπεραίνω ακούγοντας τους πυροβολισμούς. Είμαι ακόμα σοκαρισμένη, αφού δεν πρόλαβα να ηρεμήσω, και νιώθω την απόγνωση να με κυριεύει. «Εσύ που θα μείνεις;»

 «Θα μας πάνε στη Λευκωσία και μετά εγώ θα πάω στη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζω στο Παιδαγωγικό εκεί.»

 «Μα εγώ δεν έχω πουθενά να μείνω πέρα από το σπίτι εδώ…Δεν μπορώ να φύγω.»

 «Πρέπει όμως... Μπορείς να έρθεις μαζί μου στη Θεσσαλονίκη. Εδώ και δυο βδομάδες είχα αγοράσει εισιτήρια για μένα και τον αδερφό μου. Είχαμε σκοπό να πάμε στην Θεσσαλονίκη, αλλά ξεκίνησε ο πόλεμος και όλα γίνανε τόσο γρήγορα… Στρατολογήθηκε και τώρα θα φύγω μόνη μου. Μπορείς να πάρεις εσύ το εισιτήριο του αδερφού μου. Θα σε φιλοξενήσω σπίτι μου για όσο χρειαστεί»

  «Αλήθεια; Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό για μένα;» την ρωτάω σοκαρισμένη. Με διαβεβαιώνει πως όλα είναι εντάξει. Το όνομά της συνοδεύει την ελπίδα που έφερε στην ψυχή μου η παρουσία της.

  Από την τηλεόραση ακούγεται το πολεμικό ανακοινωθέν:

   «Έκτακτον πολεμικόν ανακοινωθέν. Ανακοινούται ότι την πρωία της 20ης Ιουλίου του 1974 τουρκικά αεροσκάφη άνευ προειδοποιήσεως προσέβαλον στο σταθμό Ραντάρ, εβομβάρδισαν το στρατόπεδον της ΕΛΔΥΚ και έριξαν εντός του τουρκοκυπριακού θύλακος Λευκωσίας Αγίστας μικράν δύναμιν αλεξιπτωτιστών. Ελληνικαί Κυπριακαί δυνάμεις αντιμετωπίζουν μετά γενναιότητος και πρωτοφανούς ενθουσιασμού την απρόβλητον επίθεσιν του Τουρκικού σοβινισμού…». Στο μυαλό μου εμφανίζεται πάλι η εικόνα του μπαμπά μου. Καλύπτω τα αυτιά μου με τα χέρια μου. Δεν θέλω να ακούσω άλλο… 

 
21 Ιουλίου 1974

 
   Μας κρατάνε εκεί μέχρι τα ξημερώματα, όταν δηλαδή σταματούν  για λίγο οι βομβαρδισμοί. Τρέχω μέχρι το σπίτι για να πάρω χρήματα μαζί μου και τα χαρτιά που μας ζήτησαν για τα διαδικαστικά. Πρέπει να είμαι πάλι πίσω όσο πιο γρήγορα γίνεται.

  Είμαι μόνη  στο άδειο σπίτι, η μικρή μονοκατοικία της οικογένειας Νικολάου σχεδόν ακατοίκητη.

  Από στιγμή σε στιγμή περιμένω να ανοίξει η πόρτα να μπει ο πατέρας μου κουρασμένος από τη δουλειά  με το εύθυμο χαμόγελό του. Ήταν γνωστός ψαράς της πλούσιας παραθαλάσσιας Κερύνειας, με το μαγαζί του μπροστά στο κύμα, προσελκύοντας τους πελάτες με τους ευγενικούς του τρόπους.

  Από τη άλλη μεριά, ο αδερφός μου ο Κωνσταντίνος είναι λίγο ιδιόρρυθμος, αλλά πάντα με προστάτευε και με πρόσεχε ως μεγάλος αδερφός. Μπαίνοντας στο δωμάτιό του νιώθω ότι είναι εκεί, με το γνώριμο άρωμα και τις ιδιοτροπίες του…

  Κανείς όμως δεν είναι σπίτι. Μαζεύω όλα τα χρήματα από το σπίτι και παίρνω σε ένα σάκο ρούχα και  μια φωτογραφία του μπαμπά και  του Κωνσταντίνου.

 Κλειδώνοντας την πόρτα νιώθω ότι αφήνω τα πάντα πίσω. Το σχολείο μου, τους φίλους μου…  Ξεκινάει μια καινούρια αβέβαιη αρχή για μένα… 

 
20 Ιουλίου 1996

 
  Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχουν περάσει ακριβώς είκοσι δύο χρόνια από τότε που έφυγα από το πατρικό μου σπίτι. Παρόλα αυτά, οι εφιάλτες συνεχίζονται αραιά και πού. Όλα διαδραματίζονται τόσο ζωντανά μπροστά μου: ο Τούρκος στρατιώτης πυροβολεί τον πατέρα μου, εγώ κλαίω ανήμπορη και φεύγω από το σπίτι…

   Τώρα, στα τριάντα εφτά μου χρόνια, ζω στην Θεσσαλονίκη με την οικογένειά μου,  και με την υποστήριξη της Ελπίδας, ασκώ το επάγγελμα του δικηγόρου με επιτυχία.

   Η Ελπίδα με φιλοξένησε σπίτι της μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι και μετά , τελείωσα το λύκειο μένοντας στο ορφανοτροφείο της Μητρόπολης της Θεσσαλονίκης. Γνώριζε καλά την ιστορία μου και με βοήθησε πολύ να προσαρμοστώ στο νέο περιβάλλον και να ξεπεράσω, όσο γινόταν, το παρελθόν μου. Από τότε έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση, καθώς είναι η καλύτερή μου φίλη και το βασικότερό μου στήριγμα σε οτιδήποτε επιχειρώ.

  Από τη μέρα που έφυγα από την Κύπρο με την Ελπίδα, ξαναγύρισα πίσω αναζητώντας τον Κωνσταντίνο, στα είκοσι τρία μου, μόλις τελείωσα τις σπουδές μου και είχα μαζέψει χρήματα για αυτόν τον σκοπό. Δυστυχώς μέχρι και σήμερα ανήκει στους αγνοούμενους του πολέμου, ενώ ο πατέρας μου είναι νεκρός.

Όμως μόλις χθες το βράδυ μου τηλεφώνησε η Ελπίδα η οποία ήθελε να με ενημερώσει πως είχε ακούσει σε μία ραδιοφωνική εκπομπή του Ερυθρού Σταυρού ότι ένας Νικολάου μετακόμισε μετά τον πόλεμο στην Λευκωσία από την Κερύνεια και ψάχνει να βρει την οικογένειά του.

  Τα νέα της Ελπίδας μου έδωσαν απερίγραπτη χαρά διότι ως τώρα ήμουν πεπεισμένη ότι δεν θα τον έβρισκα ποτέ, αφού οι αγνοούμενοι είναι χιλιάδες και θεωρούνται όλοι νεκροί. Είμαι όμως αποφασισμένη να τον αναζητήσω όσο μπορώ και να τον βρω. Εύχομαι αυτά που μου μετέφερε  να είναι αληθινά και έγκυρα, διαφορετικά θα απογοητευτώ πολύ…

    Αύριο το πρωί φεύγω για τη Λευκωσία.


21 Ιουλίου 1996


Καθώς επιβιβάζομαι στο αεροπλάνο για Λευκωσία, νιώθω όλο και πιο αισιόδοξη ότι η αναζήτησή μου για τον Κωνσταντίνο θα είναι επιτυχημένη .

   «Μακάρι η είδηση που άκουσε η Ελπίδα να είναι αληθινή…» εύχομαι παρατηρώντας από το παράθυρο του αεροπλάνου τη Θεσσαλονίκη να μικραίνει όλο και πιο πολύ.

Προσγειώνομαι στο Ελληνοκυπριακό μέρος της λαμπερής πρωτεύουσας και χωρίς να έχω χρόνο για χάσιμο, βρίσκω το πιο κοντινό ξενοδοχείο, κλείνω ένα δωμάτιο και ζητάω τον τηλεφωνικό κατάλογο της περιοχής για να βρω και να επιβεβαιώσω τα στοιχεία που μου έδωσε ο Ερυθρός Σταυρός.

Μια ευγενική υπάλληλος μου δίνει το πολυσέλιδο βιβλίο. Την ευχαριστώ και το ξεφυλλίζω. Το χέρι μου πάει βιαστικά στο γράμμα «Ν»  και αρχίζω να ψάχνω το όνομα του Κωνσταντίνου. Μετά από πολλή αναζήτηση διαβεβαιώνομαι ότι δεν υπάρχει. Κάνοντας να κλείσω τον τηλεφωνικό κατάλογο συγκρατημένα αισιόδοξη,  το μάτι μου πέφτει στο όνομα «Νικολάου Αλέξανδρος». Μάλλον είναι ο γιος του σαραντάχρονου πλέον αδερφού μου! Σημειώνω την διεύθυνση νιώθοντας την ελπίδα να επανεμφανίζεται.

Ρωτάω την ευγενική υπάλληλο μήπως γνωρίζει πού βρίσκεται αυτή η διεύθυνση, και αφού το επεξεργάζεται για λίγα λεπτά μου λέει ότι απέχει περίπου ένα τέταρτο από το ξενοδοχείο και με πληροφορεί ποιο λεωφορείο να πάρω για να φτάσω στον προορισμό μου.

Ανυπόμονη να δω τον αδερφό μου και την οικογένειά του βρίσκω την μονοκατοικία που αντιστοιχεί στην διεύθυνση του τηλεφωνικού καταλόγου. Ένα μικρό σπιτάκι βαμμένο σε άσπρο χρώμα με ξύλινα παράθυρα και πόρτες. Ο μπροστινός κήπος στολίζεται από διάφορα περιποιημένα χρωματιστά λουλούδια. Περπατάω με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα προς την πόρτα του σπιτιού, περνώντας δίπλα από τα πολύχρωμα λουλούδια που αναδύουν την μυρωδιά του καλοκαιριού. Νιώθω την απόσταση ανάμεσα σε εμένα και τον αδερφό μου να μικραίνει. Μακάρι να τον έχω βρει…

Χτυπάω το κουδούνι. Περιμένω τον Κωνσταντίνο να ανοίξει την πόρτα και να με υποδεχτεί εγκάρδια…

Η πόρτα ανοίγει, όμως μπροστά μου δεν είναι ο αδερφός μου. Ο ηλικιωμένος κύριος που βλέπω μπροστά μου με αφήνει άναυδη. Ψηλός, με τα ίδια λαμπερά μάτια, αλλά τώρα κουρασμένα και γερασμένα στα εξήντα οκτώ του χρόνια. Όχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν γίνεται να είναι… Αφού είδα ότι τον πυροβόλησαν…

 Κοιταζόμαστε για λίγα δευτερόλεπτα και νιώθω την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Έχω μείνει άφωνη, δεν καταφέρνω να αρθρώσω λέξη από την έκπληξή μου! Μετά από είκοσι δυο χρόνια βρήκα τον πατέρα μου που τον θεωρούσα ως τώρα σκοτωμένο…Αν με είχαν αφήσει μετά τον πυροβολισμό να γυρίσω πίσω, δεν θα ζούσα τόσο καιρό σε αυτήν την ψευδαίσθηση!

 Μου χαμογελάει βουρκωμένος, με αυτό το χαμόγελο που ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ, μα παρέμεινε όπως τότε…

«Ζωίτσα μου!» λέει συγκινημένος και με αγκαλιάζει σφιχτά. Παρατηρώ ότι το αριστερό του χέρι είναι σε ακινησία.

«Μπαμπά μου…Μου έλειψες πολύ!» καταφέρνω να πω συγκινημένη. Αυτή  τη στιγμή νιώθω  αγαλλίαση να με πλημμυρίζει , ευγνωμοσύνη για αυτό το αναπάντεχο δώρο. Τα δάκρυα μου τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια μου. Είναι δάκρυα απρόσμενης και ανείπωτης χαράς σε συνδυασμό με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο και μέσα στην καρδιά μου.

«Πόσο μεγάλωσες μικρό μου κοριτσάκι! Νόμιζα πως δεν θα σε ξαναέβλεπα!». Και ανοίγει κι άλλο την πόρτα και προχωράμε μαζί στο σαλόνι. Έχουμε τόσα να πούμε….

Φαίνεται κουρασμένος και ταλαιπωρημένος,

«Λοιπόν, κοριτσάκι μου, πώς με βρήκες ;» με ρωτάει. 

Του διηγήθηκα όλη την ιστορία. Τον πυροβολισμό του που σήμαινε και τον τραυματισμό της παιδικής μου ψυχούλας, την απόγνωση μου , την Ελπίδα, τη Θεσσαλονίκη, τους εφιάλτες μου, την επιθυμία μου να βρω τον αδερφό μου.

Με παρακολουθούσε με προσοχή όση ώρα αφηγούμουν την ιστορία.

«Είδα ότι σε πυροβόλησε. Το θυμάμαι. Και από τότε κάθε φορά που το σκέφτομαι μετανιώνω γιατί δεν γύρισα πίσω να σε δω για τελευταία φορά. Τι έγινε όμως;» ανυπομονώ να ακούσω πώς κατάφερε να σωθεί από τον πυροβολισμό.

«Με πέτυχε τον ώμο. Με είδες να σωριάζομαι κάτω, γιατί έχασα τις αισθήσεις μου.»

«Νόμιζα πως σε είχε σκοτώσει!» λέω έκπληκτη.

«Όχι, δεν με σκότωσε. Ήμουν τυχερός! Μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο και αφαίρεσαν την σφαίρα.»

Παρακολουθούσα συγκλονισμένη, συνειδητοποιώντας ότι αν πλησίαζα εκείνη τη στιγμή τον μπαμπά μου, θα ήξερα ότι ζούσε…

«Γνώριζα ότι ο Κωνσταντίνος ήταν στην μάχη, μα για εσένα δεν ήξερα τίποτα.» συνεχίζει την αφήγηση. «Καθημερινά ρωτούσα για σένα, να μάθω πού είσαι, πώς έφυγες και ζεις μόνη σου, αλλά κανείς από όλους όσους ανέθεσα να σε βρουν δεν είχαν απαντήσεις. Μετά από έναν χρόνο, όταν ανάρρωσα και βγήκα από το νοσοκομείο, με συμβούλεψαν κάποιοι Κύπριοι στρατιώτες να φύγω για τη Λευκωσία στα γρήγορα. Έτσι αναγκάστηκα το 1976 να έρθω εδώ και από τότε ζω μια ήσυχη ζωή. Όταν ήρθα, έψαχνα παντού σημάδια σου, μήπως σε είδε κάποιος, όμως η απάντηση που έπαιρνα από όλους ήταν εξίσου απογοητευτική. Κανένας δεν γνώριζε τίποτα. Ποτέ όμως δεν έπαψα να σκέφτομαι την κόρη μου και τον γιο μου. Ο Κωνσταντίνος είναι ανάμεσα στους αγνοούμενους του πολέμου όλα αυτά τα χρόνια. Και συ εμφανίστηκες τόσο ξαφνικά, η πιο ωραία και ευχάριστη έκπληξη!». Ένα χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό του.

«Νόμιζα όλα αυτά τα χρόνια ότι δεν ζούσες…»

«Στο πολεμικό ανακοινωθέν ανέφερε ότι δεν είχε κανένα θύμα την πρώτη μέρα».

Έμεινα έκπληκτη. Έπρεπε να  είχα δώσει μεγαλύτερη προσοχή !

«Δεν το είχα ακούσει γιατί κυριαρχούσε στο μυαλό μου η εικόνα σου, η οποία επισκίαζε κάθε ήχο..»

« Σημασία έχει ότι με βρήκες και είμαστε τώρα μαζί!» μου λέει γελώντας. Γελάω και γω ευτυχισμένη…

 

Επιτέλους έμαθα τι απέγινε η οικογένειά μου και για πάντα θα ευγνωμονώ τη Λένα που σαν από μηχανής θεός με το τηλεφώνημά της με έσωσε. Βρήκα τον πατέρα μου μετά από είκοσι δυο χρόνια και τα παιδιά μου γνώρισαν τον παππού τους. Δεν κατάφερα να ξαναδώ τον Κωνσταντίνο όμως ποτέ δεν έπαψα να τον σκέφτομαι και να εύχομαι να τον συναντήσω.

Το μίσος μου όμως για τον πόλεμο δεν παύει να υπάρχει. Άφησε πίσω του χιλιάδες νεκρούς, άλλους τόσους αγνοούμενους, παιδιά μείνανε ορφανά χωρίς κανένα στήριγμα, εκατοντάδες εγκλωβισμένους και τη βόρεια Κύπρο κατακτημένη από τις Τουρκικές δυνάμεις…

Ελπίζω στο μέλλον η αγαπημένη μου πατρίδα να ξαναγίνει δικιά μας, να ξαναπεράσει στα χέρια των Κύπριων. Ολόκληρη αυτή τη φορά, όχι μόνο τα δυο τρίτα της…

 
                                                                                                            Βασιλειάδου Παρασκευή